Στο εκλογικό «ντέρμπι» της Τρίτης στις ΗΠΑ δεν έχει ακόμη σφυρίξει λήξη.

Με την καταμέτρηση των ψήφων ακόμη να συνεχίζεται, οι Ρεπουμπλικάνοι είναι πολύ κοντά στο να αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, όχι όμως με τη σαρωτική νίκη στην οποία «πόνταραν», και δη οι τραμπικοί.

  • Διαβάστε επίσης: Οι «ελληνικές» μάχες των ενδιάμεσων εκλογών – Οι βουλευτές που εκλέγονται και ο… σύμμαχος – έκπληξη

Η μάχη για τη Γερουσία από την άλλη θα κριθεί τελικά στο «νήμα» και το θρίλερ προβλέπεται -εκτός απροόπτου- μακρύ.

Ως έχουν διαμορφωθεί μέχρι τώρα τα αποτελέσματα, οι έδρες είναι μοιρασμένες 48-48, σε σύνολο 100, με τέσσερις να κρίνονται ακόμη.

Εξ αυτών η μια (στην Αλάσκα) πάει με μαθηματική ακρίβεια στους Ρεπουμπλικανούς. Μια δεύτερη (Νεβάδα) ρέπει προς αυτούς. Η τρίτη (Αριζόνα) τείνει να γίνει μπλε -που είναι το χρώμα των Δημοκρατικών.

Η τέταρτη είναι στην Τζόρτζια και όλα δείχνουν ότι τελικά θα κριθεί σε επαναληπτικές εκλογές τον Δεκέμβριο, καθώς κανείς από τους βασικούς υποψήφιους δεν κατάφερε να εξασφαλίσει με την πρώτη το 50% των ψήφων, όπως ορίζει ο πολιτειακός νέος εκλογικός νόμος.

Το βασικό είναι ότι -μέχρι στιγμής τουλάχιστον- οι ηττημένοι υποψήφιοι και από τα δύο κόμματα έχουν αποδεχθεί τα αποτελέσματα με αξιοπρέπεια. Ακόμη και αυτοί που υποστηρίχθηκαν από τον Ντόναλντ Τραμπ και στήριξαν ανοιχτά ή έμμεσα το ψέμα του περί «κλεμμένης ψήφου» στις προεδρικές εκλογές του 2020.

Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και ο Τουρκο-αμερικανός τηλε-γιατρός και εξαιρετικά αμφιλεγόμενος Μεχμέτ Οζ, που τελικά έχασε από τον Δημοκρατικό αντισυμβατικό υποψήφιο Τζον Φέτερμαν. Εξέλιξη, που δίνει ελπίδες στην κυβέρνηση Μπάιντεν ότι μπορεί να αποφύγει την πολιτική «ομηρία» της νομοθετικής ατζέντας της από ένα πλήρες ελεγχόμενο από τους Ρεπουμπλικανούς Κογκρέσο.

Σε κάθε περίπτωση, είναι ήδη σαφές ότι τα εκλογικά κέρδη τους συνοδεύονται από πολύ λιγότερο ευνοϊκούς «όρους», συγκριτικά με ό,τι προσδοκούσαν.

Τραμπικό… «ξεφούσκωμα»;

Δεδομένων των προδιαγραφόμενων πια ως περιορισμένων εκλογικών κερδών τους, το αποτέλεσμα είναι για τους Ρεπουμπλικανούς και ιδιαίτερα για το «στρατόπεδο» Τραμπ είναι μια απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα της Αμερικής του 2022, που αποδεικνύει με την ψήφο της ότι δεν σκέφτεται μόνο την τσέπη της (η κακή κατάσταση της οικονομίας τους έδωσε τις περισσότερες ψήφους), αλλά και την προάσπιση των δικαιωμάτων της: από του «εκλέγειν», μέχρι τις αμβλώσεις.

Η πιο σκληροπυρηνική τους πτέρυγα, η τραμπική, έδειξε να χάνει σε δυναμική μέσα από τις κάλπες. Ο πρώην και επίδοξος νέος πρόεδρος το 2024, Ντόναλντ Τραμπ, ήδη δέχεται σκληρή κριτική μέσα στο κόμμα.

Από τους 330 υποψηφίους που υποστήριξε, περισσότεροι από 200 κέρδισαν, όμως οι βασικές και πιο κρίσιμες «μονομαχίες» χάθηκαν, προκαλώντας ήδη ένα έντονο κύμα εσωκομματικής αμφισβήτησης στο πρόσωπό του.

Με όλα αυτά στο φόντο ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν χαρακτήρισε τις ενδιάμεσες εκλογές «μια καλή μέρα για τη Δημοκρατία και, νομίζω, μια καλή μέρα για την Αμερική».

«Η δημοκρατία μας δοκιμάστηκε τα τελευταία χρόνια», υπενθύμισε, «αλλά ο αμερικανικός λαός μίλησε με την ψήφο του και απέδειξε άλλη μια φορά ότι η Δημοκρατία είναι αυτό που είμαστε».

Δήλωσε έτοιμος να συνεργαστεί «με τους Ρεπουμπλικανούς συναδέλφους μου», από τους οποίους -συμπλήρωσε με νόημα- «ο αμερικανικός λαός κατέστησε σαφές ότι αναμένει να είναι έτοιμοι να συνεργαστούν μαζί μου».

Δεν παρέλειψε, δε, να… «ευλογήσει τα γένια του», υπογραμμίζοντας ότι οι Δημοκρατικοί «χάσαμε λιγότερες έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων από τις πρώτες ενδιάμεσες εκλογές οποιουδήποτε Δημοκρατικού προέδρου τα τελευταία 40 χρόνια».

Και κάπου εκεί επανέλαβε ότι σκοπεύει να θέσει υποψηφιότητα για μια δεύτερη προεδρική θητεία, σε δύο χρόνια. Όταν θα είναι δηλαδή, αισίως, 81 ετών…

Ρεπουμπλικανικός εμφύλιος

«Ενώ κατά κάποιο τρόπο οι εκλογές ήταν κάπως απογοητευτικές, από προσωπική άποψη ήταν μια πολύ μεγάλη νίκη», επέμεινε την Τετάρτη ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς στο κόμμα των Ρεπουμπλικανών είχε ήδη αρχίσει η γκρίνια.

Ή επί το ακριβέστερο να ανοίγουν πια τα στόματα για την ανάγκη το κόμμα να γυρίσει «σελίδα». Ωστόσο δεν δείχνουν διατεθειμένοι να αλλάξουν και «κεφάλαιο».

Ολοένα και περισσότεροι στρέφουν τώρα το βλέμμα τους στον 44χρονο Ρον ΝτεΣάντις, τον Ρεπουμπλικανό κυβερνήτη της Φλόριντα, που επανεξελέγη πανηγυρικά την Τρίτη, δεν κρύβει τις προεδρικές φιλοδοξίες του και στην ουσία αυτοπροβάλλεται ως μια… βελτιωμένη εκδοχή του Τραμπ.

Υπερσυντηρητικός, ξενόφοβος και ομοφοβικός, είναι -μεταξύ πολλών άλλων- πολέμιος των αμβλώσεων, της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και των . Εδώ και καιρό ηγείται ενός αυτόκλητου «πολιτιστικού πολέμου» στην πολιτεία του, στο όνομα των «πατριωτικών αξιών».

«Αλεργικός» στην κριτική, ήρθε σε σύγκρουση ακόμη και με τη Walt Disney,  όταν ο «γίγαντας» της ψυχαγωγίας -και μεγαλύτερος εργοδότης στη Φλόριντα- επέκρινε τους νέους πολιτειακούς νόμους που απαγορεύουν κάθε συζήτηση στα σχολεία της πολιτείας για θέματα ΛΟΑΤΚΙ+ και για τον ρατσισμό.

Όμως η κλίμακα της εκλογικής νίκης του ΝτεΣάντις («άλωσε» μέχρι και Μαϊάμι-Ντέιντ, προπύργιο των Δημοκρατικών) έκανε τα μάτια των Ρεπουμπλικανών να λαμπυρίσουν, βλέποντας στο πρόσωπό του το νέο τους «αστέρι».

Στις εσωκομματικές δημοσκοπήσεις προ των ενδιάμεσων εκλογών ήταν ήδη πρώτος, εφόσον ο Τραμπ μείνει εκτός της διεκδίκησης του προεδρικού χρίσματος των Ρεπουμπλικανών. Πρόσφατη μέτρηση του Victory Insights έφερε τον πρώην πρόεδρο και τον κυβερνήτη στήθος με στήθος, με έκαστο στο 50%.

«Υπάρχουν άνθρωποι που πιέζουν τον Τραμπ να επαναπρογραμματίσει την ανακοίνωσή του» για προεδρική υποψηφιότητας, έγραψε στο η η πολιτική συντάκρια των New York Times, Μάγκι Χάμπερμαν.

«Όμως είναι ριψοκίνδυνο και θα ήταν σαν να παραδεχόταν ότι έχει υποστεί πλήγμα από τις εκλογές, κάτι που ορισμένοι σύμβουλοί του επιμένουν ότι δεν ισχύει», συμπληρώνει.

Όταν όμως ανάλογες πληροφορίες μεταδίδει ακόμη και το υπερσυντηρητικό Fox News, καταλαβαίνει κανείς ότι τα πράγματα για τον Τραμπ γίνονται «σκούρα».

«Πηγή των Ρεπουμπλικανών», έγραψε σε ανάρτηση η διαπιστευμένη στον Λευκό Οίκο δημοσιογράφος του δικτύου, Τζάκι Χάινρικ, «μου είπε: “αν δεν ήταν ξεκάθαρο πριν, θα πρέπει να είναι τώρα. Έχουμε πρόβλημα Τραμπ».

Διλήμματα και προκλήσεις

Ο Τραμπ προσπάθησε ήδη κατά την προεκλογική εκστρετεία να μειώσει τον εσωκομματικό αντίπαλό του, αποκαλώντας τον «Ron De-Sanctimonious». Τη Δευτέρα, παραμονή των ενδιάμεσων εκλογών, προειδοποίησε τον ΝτεΣάντις ότι εάν κατέβει για προεδρικός υποψήφιος θα κάνει «μεγάλο λάθος».

«Αλλά αν το κάνει, θα μπορούσα να σας πω πράγματα για αυτόν που δεν θα είναι πολύ κολακευτικά», απείλησε. «Ξέρω περισσότερα για αυτόν, εκτός ίσως από τη σύζυγό του που συμμετέχει ενεργά στην εκστρατεία του».

Παρά την τοξικότητά του, ο προοιωνιζόμενος αλληλοσπαραγμός στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα αναμένεται να  λειτουργήσει προς όφελος της κυβέρνηση Μπάιντεν, καθώς θα διχάσει και θα οδηγήσει για ένα σημαντικό διάστημα σε εσωστρέφεια τους πολιτικούς της αντιπάλους.

Τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα εν τω μεταξύ φαίνεται ότι ενίσχυσαν την εκλογική βάση των Δημοκρατικών. Ωστόσο, η οικονομία παραμένει «αχίλλειος πτέρνα» για την κυβέρνηση Μπάιντεν και η προοπτική μιας δεύτερης προεδρικής υποψηφιότητας του ίδιου διχάζει ακόμη και τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του κόμματος.

«Αξιωματούχοι της κυβέρνησης και οι σύμμαχοί τους θεώρησαν τα εκλογικά αποτελέσματα ως επικύρωση των επιτυχιών της πολιτικής Μπάιντεν και του “στοιχήματός” του ότι η ευρεία εστίαση στον εξτρεμισμό των Ρεπουμπλικανών θα βοηθούσε στην απώθηση των ψηφοφόρων», γράφει το Politico, «παρά το γεγονός ότι οι Δημοκρατικοί σε πολλές από τις πιο σκληρές κούρσες στις ενδιάμεσες εκλογές επιχειρούσαν να πάρουν απόσταση από τον ίδιο τον πρόεδρο και την αντιπρόεδρο».

«Eπέμειναν», συμπληρώνει, «ότι οι αναλυτές, συμπεριλαμβανομένων πολλών από το κόμμα, έκαναν λάθος στην κριτική τους ότι ο πρόεδρος δεν εξισορρόπησε σωστά το μήνυμά του για τα οικονομικά βάσανα του πληθωρισμού με τις απειλές για τη Δημοκρατία και την προστασία των δικαιωμάτων των αμβλώσεων».

Όμως «στο φόντο της αισιοδοξίας των αξιωματούχων», καταλήγει το δημοσίευμα, «κρυβόταν η εναλλακτική που φοβούνταν, σε περίπτωση που οι εκλογές γίνονταν ένα “λουτρό αίματος”: Ο Μπάιντεν να εμφανίζεται πολιτικά πιο ευάλωτος σε απειλές από το εσωτερικό του κόμματός του».